SIMATA (SIGNS MAKE TALK)

Τα SIMATA είναι μια μέθοδος που χρησιμοποιείται ως μέσο παρέμβασης για την αντιμετώπιση δυσκολιών στο συντονισμό των κινήσεων της ομιλίας (αντιμετώπιση της αναπτυξιακής λεκτικής δυσπραξίας).

Η συγκεκριμένη μέθοδος δημιουργήθηκε από την ανάγκη για να υπάρξει μια μέθοδος παρέμβασης ειδικά για τη συγκεκριμένη διαταραχή, καθώς μεγαλώνει ο πληθυσμός των παιδιών με αναπτυξιακή λεκτική δυσπραξία. Ωστόσο, χρησιμεύει και σε άλλες περιπτώσεις, ανάλογα με την κρίση του θεραπευτή.

Τα παιδιά σε αυτές τις περιπτώσεις (με δυσκολίες συντονισμού της κίνησης- δυσπραξία) εμφανίζουν δυσκολίες στην ικανότητα οργάνωσης και συντονισμού της κινητικής εκτέλεσης της ομιλίας, όχι κυρίως εξ’ αιτίας κάποιας αιτίας που συνήθως πηγάζει για κάποια αιτία από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και όχι λόγω κάποιας μυϊκής δυσλειτουργίας (που δεν αποκλείεται όμως να συνυπάρχει).

Στις περιπτώσεις αυτές, τα παιδιά δυσκολεύονται να εκπαιδευτούν στη σωστή τοποθέτηση του αρθρωτή (γλώσσα, χείλη, σιαγόνες κλπ) και να μην μπορούν να κατακτήσουν τη παραγωγή του σωστού ήχου.

Η μέθοδος SIMATA δημιουργήθηκε λοιπόν για τη διευκόλυνση αυτών των περιπτώσεων και την καλύτερη εκπαίδευσή τους στη σωστή αρθρωτική παραγωγή των φωνημάτων της ελληνικής γλώσσας, δημιουργήθηκε.

Τα SIMATA εφαρμόζονται από το παιδί και τον θεραπευτή και σχετίζονται άμεσα με την τοποθεσία της άρθρωσης και τον τρόπο παραγωγής του κάθε φθόγγου. Με τα SIMATA παρέχονται εξωγενή ερεθίσματα στην ελληνική γλώσσα, τα οποία μπορεί να είναι ακουστικά, οπτικά (αναπαράσταση του φθόγγου ως προς τον τόπο και τον τρόπο παραγωγής του), απτικά (αγγίζουν τη θέση άρθρωσης και ακολουθούν τον τρόπο, για παράδειγμα δόνηση) και ιδιοδεκτικά (προκαλούμε αργή και παρατεταμένη άρθρωση για να προσφέρει πρόσθετη ιδιοδεκτική πληροφόρηση).

Τα SIMATA παρέχουν τη δυνατότητα στο παιδί να εφαρμόζει μαζί με το θεραπευτή τη μέθοδο, αλλά και μόνο του. Μπορεί να συνοδεύονται από εικόνες, όπου εμφανίζονται μεμονωμένοι φθόγγοι για επιπλέον οπτική ανατροφοδότηση. Ο λογοθεραπευτής μπορεί να βοηθήσει το παιδί στην ομιλία δίνοντας του ανατροφοδότηση, ανάλογη με το επίπεδο και τις ανάγκες του παιδιού (οπτική, ακουστική, απτική ή ιδιοδεκτική) κατά τη διάρκεια μιας άσκησης ή μετά.